Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sui generis < sui + generis

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Σημαίνει, στην κυριολεξία, « του δικού του γένους ».

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

  1. (νομικός όρος), (βιολογία) σημαίνει εκείνον που "ανήκει στο δικό του γένος", αποτελεί "χωριστό είδος", τον εκκεντρικό, που λειτουργεί κοινωνικά με ατομικές αρχές, αυτόνομα, χωρίς φαινομενικά ή και ουσιαστικά να έχει ιδιαίτερες ομοιότητες με τους άλλους στη νοοτροπία και τη συμπεριφορά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία