Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

sober (en)

  1. νηφάλιος (με την έννοια του μη μεθυσμένου), ξεμέθυστος, μη μεθυσμένος
  2. σοβαρός, έχων επίσημο ύφος