Ετυμολογία

επεξεργασία
sirocco < (άμεσο δάνειο) ιταλική scirocco < αραβική شرقي (šarqī, ανατολή)

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /si.ʁɔ.ko/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
sirocco siroccos

sirocco (fr) αρσενικό