Ουσιαστικό

επεξεργασία

servile (en)

  1. που αναφέρεται στους δούλους
  2. δουλικός, δουλοπρεπής
     συνώνυμα: slavish, submissive, abject



  Επίθετο

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
servile serviles

servile (fr) αρσενικό ή θηλυκό