Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sciado < sci- + -ad- + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική sciado sciadoj
αιτιατική sciadon sciadojn

sciado (eo)

mi volas apliki mian sciadon pri fremdaj lingvoj
θέλω να εφαρμόσω τις γνώσεις μου σχετικά με τις ξένες γλώσσες