Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό sacramentel sacramentels
θηλυκό sacramentelle sacramentelles

sacramentel (fr)

  1. (θρησκεία) σχετικός με ένα μυστήριο
  2. (μεταφορικά) που μοιάζει με ένα μυστήριο επειδή έχει κάποιον τελετουργικό χαρακτήρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία