Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ringed (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος ring

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ringed (en)

  1. διακοσμημένο με σχήματα δακτυλίων