Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

reprise (en)

  • επανάληψη (μουσικού μοτίβου σε σύνθεση ή γενικότερα επανάληψη σε οτιδήποτε)

  ΡήμαΕπεξεργασία

reprise (en)

  • επαναλαμβάνω (μουσικό μοτίβο σε σύνθεση ή γενικότερα επαναλαμβάνω οτιδήποτε)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

reprise 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
reprise reprises

reprise (fr) θηλυκό

  1. η επανάληψη, το ριμέικ, η επανεκκίνηση
  2. το μπάλωμα