Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kwɪt/
 

  ΡήμαΕπεξεργασία

quit (en)

  1. διακόπτω μια συνήθεια
  2. (πληροφορική) εξέρχομαι από πρόγραμμα, κλείνω το πρόγραμμα