Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

pull out (en)

  1. αποσύρομαι (κυρίως για στρατεύματα}
     συνώνυμα: withdraw
  2. τραβιέμαι (για τη διακοπτόμενη συνουσία)