Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραβιέμαι < παθητική φωνή του τραβώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

τραβιέμαι αόριστος: τραβήχτηκα, μετοχή παρακειμένου: τραβηγμένος

  1. με τραβούν
  2. ασχολούμαι για πολύ καιρό με υπόθεση που με ταλαιπωρεί, ταλαιπωρούμαι
  3. έχω μια μακροχρόνια ερωτική σχέση (συχνά εννοείται ότι αυτή σχέση είναι προβληματική ή αδιέξοδη)
  4. εφαρμόζω την πρακτική της διακοπτόμενης συνουσίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία