Γαλλικά (fr) επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
plongeur plongeurs

  Ουσιαστικό επεξεργασία

plongeur (fr) αρσενικό

  1. ο δύτης, ο βουτηχτής
  2. o λαντζιέρης