Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pik/
pic 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pic pics

pic (fr) αρσενικό

  1. η αιχμή
  2. μυτερή κορυφή ενός βουνού

ΕκφράσειςΕπεξεργασία