Ετυμολογία

επεξεργασία
peste < λατινική pestis

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /pɛst/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
peste pestes

peste (fr) θηλυκό