Προφορά

επεξεργασία
 

  Επίθετο

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
perfide perfides

perfide (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. παράσπονδος
  2. ύπουλος
  3. δόλιος

Συγγενικά

επεξεργασία