ενικός         πληθυντικός  
oseille oseilles

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

oseille (fr) θηλυκό

  1. (φυτό) το ξινολάπαθο, το λάπατο
     συνώνυμα: surelle
  2. (οικείο) το παραδάκι