Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmnu.stfɔ/
Ήχος 

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

mnóstwo (pl) (αόριστο) (δεν έχει παραθετικά) άκλιτο

  1. πάρα πολύ, πλήθος (επιρρηματικά)
    tu jest mnóstwo ludzi - εδώ έχει πλήθος κόσμου

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία