Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

masaüstü < masa + üst, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική desktop

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

masaüstü (tr)

  1. ο (σταθερός) ("επιτραπέζιος") υπολογιστής
  2. η επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή