Ετυμολογία

επεξεργασία
make do < → δείτε τις λέξεις make και do

  Έκφραση

επεξεργασία

make do (en)

  • (ιδιωματισμός) τα βγάζω πέρα, βολεύομαι, αντεπεξέρχομαι με κάτι που δεν είναι αρκετά καλό
    We must make do with what we have.
    Πρέπει να τα βγάλουμε πέρα με ό,τι έχουμε.
    We must make do with bread and cheese for dinner.
    Πρέπει να βολευτούμε με ψωμοτύρι για δείπνο.
    I can make do with anything.
    Εγώ βολεύομαι μ' ό,τι να 'ναι.
    Can you make do with 10 euros?
    Βολεύεσαι με 10 ευρώ;
     συνώνυμα: → δείτε τις λέξεις cope και get by