Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

lody < lód

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lody (pl) αρσενικό πληθυντικός

  1. το παγωτό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • αν και σπανίζει χρησιμοποιείται και ο ενικός με ελαφρά διαφορετική κλίση από το lód

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

lody (pl)

  1. lód, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού