Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

links (en)

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

links (en)

  • γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα του του ρήματος link



Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

links (de)



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

links 

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

links (nl)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία