Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ligneux < λατινική lignosus

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /li.ɲø/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό ligneux ligneux
θηλυκό ligneuse ligneuses

ligneux (fr)

  1. (βοτανική) ξυλώδης, που αναφέρεται στη φύση του ξύλου
  2. (ιατρική) ξυλώδης, που είναι σκληρός σαν ξύλο