Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kuɾtuɫˈmɑk/

  ΡήμαΕπεξεργασία

kurtulmak (tr)

  • γλιτώνω από, διώχνω, απαλλάσσομαι
    kazadan kimse kurtulamadı. — Κανείς δεν μπορούσε να γλιτώσει από το δυστύχημα.
    kadın, kendisini döven kocasından sonunda kurtuldu. — Η γυναίκα γλίτωσε τελικά από τον άντρα της που την έδερνε.

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία