Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kol (en)

  1. χέρι (από τον ώμο μέχρι τα άκρα των δαχτύλων), βραχίονας
  2. κλάδος, τμήμα
  3. κόλι

ΚλίσηΕπεξεργασία