Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

karoto < karot + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική karoto
αιτιατική karoton

karoto (eo)