Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaˈpusta/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kapusta (pl) αρσενικό

  1. (βοτανική) το λάχανο
  2. συνηθισμένο φαγητό από μαγειρευμένο λάχανο
  3. (μεταφορικά) τα λεφτά
  4. (μεταφορικά) ο χαφιές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Σλοβακικά (sk) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kapusta (sk) θηλυκό

  1. (βοτανική) το λάχανο