Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

invent (en)

  1. εφευρίσκω, επινοώ, σκαρφίζομαι
  2. εφευρίσκω ψέματα, σκαρφίζομαι, πλάθω δικαιολογίες, μηχανεύομαι