ενεστώτας haunt
γ΄ ενικό ενεστώτα haunts
αόριστος haunted
παθητική μετοχή haunted
ενεργητική μετοχή haunting

haunt (en)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

haunt (en)

  1. στοιχειό, φάντασμα
  2. στέκι
     συνώνυμα: hangout