Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

fragment (en)

  1. θραύσμα, κομμάτι από αντικείμενο που έσπασε
  2. απόσπασμα από κείμενο της αρχαιότητας που δεν διασώθηκε ολόκληρο, σπάραγμα



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

fragment 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

fragment (pl) αρσενικό

  1. το απόσπασμα, το μέρος που προέρχεται από κάποιο σύνολο