Δείτε επίσης: experience

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

expérience 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
expérience expériences

expérience (fr) θηλυκό

  1. η εμπειρία, η πείρα
    il a de l'expérience - είναι έμπειρος
  2. το πείραμα
    il aime faire des expériences - του αρέσει να κάνει πειράματα