ενεστώτας enforce
γ΄ ενικό ενεστώτα enforces
αόριστος enforced
παθητική μετοχή enforced
ενεργητική μετοχή enforcing

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ɪnˈfɔɹs/
ΔΦΑ : /ɪnˈfɔːs/

enforce (en)

  1. επιβάλλω
  2. εφαρμόζω, θέτω σε εφαρμογή
  3. (παρωχημένο) ισχυροποιώ

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία