Αγγλικά (en) Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
duty duties

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

duty (en)

  1. καθήκον, ηθικό χρέος
    it's every citizen's duty to vote
  2. υπηρεσία
    Ι can't drink because I am on duty
  3. δασμός σε εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία