Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

disprove (en)

  • αποδεικνύω το αντίθετο, αποδεικνύω ότι κάτι δεν είναι σωστό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία