Άνοιγμα κυρίου μενού

Εσπεράντο (eo) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

diligent- < γαλλική diligent

  ΡίζαΕπεξεργασία

diligent- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: επιμέλεια

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία