Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

defio < defi + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική defio defioj
αιτιατική defion defiojn

defio (eo)

li devas afronti defion
πρέπει να αντιμετωπίσει μια πρόκληση