Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cordial < παλαιά γαλλική cordial < μεσαιωνική λατινική cordialis (από την καρδιά) < λατινική cord (καρδιά)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

cordial (en)