Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
conjugation conjugations

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

conjugation (it)

  1. η σύζευξη
  2. (γραμματική) η κλίση ρήματος, η ρηματική κλίση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία