Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό conjonctif conjonctifs
θηλυκό conjonctive conjonctives

conjonctif (fr)

  1. (ανατομία), (γραμματική) συνδετικός
    tissu conjonctif - συνδετικός ιστός
    locution conjonctive - συνδετική έκφραση