Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

complacency (en)

  • η αίσθηση της αυταρέσκειας, του να είσαι ικανοποιημένος από τον εαυτό σου, αγνοώντας πιθανόν ένα επερχόμενο κίνδυνο