Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cegła < γερμανική Ziegel < παλαιογερμανική ziegal < λατινική tegula

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʦ̑ɛɡwa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cegła (pl) θηλυκό

  1. το τούβλο (οικοδομικό υλικό)
  2. (μεταφορικά) μεγάλο, βαρύ και ανιαρό βιβλίο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία