Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cancellation (en)

  • η ακύρωση (η ματαίωση μιας προγραμματισμένης ενέργειας)
the cancellation of a flight - η ακύρωση μιας πτήσης