Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cache-prise < cacher + prise

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
cache-prise cache-prises

cache-prise (fr) αρσενικό

  1. εξάρτημα που προσαρμόζεται σε ηλεκτρική πρίζα ώστε να μην μπορεί ένα παιδί να βάλει τα δάχτυλά του