Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cache-cœur < cacher + cœur

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
cache-cœur cache-cœurs

cache-cœur (fr) αρσενικό

  1. κοντή ζακέτα με πολύ σχιστό ντεκολτέ που κλείνει σταυρωτά στο στήθος