Ετυμολογία

επεξεργασία
betterave < bette + rave

  Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
betterave betteraves

betterave (fr) θηλυκό

Συγγενικά

επεξεργασία