Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
battoir battoirs

battoir (fr) αρσενικό

  1. χτυπητήρι
  2. (οικείο) χερούκλα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: battre