Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

amok (en)

  1. σχεδόν πάντα στη φράση run amok: είμαι εκτός ελέγχου, ενεργώ με βία και μανιωδώς
    soccer fans ran amok in the streets after their team's victory



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
amok amoks

amok (fr) αρσενικό

  1. (ιατρική) μορφή δολοφονικής μανίας
  2. το θύμα αυτής της μανίας