Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

allégresse < allègre

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
allégresse allégresses

allégresse (fr) θηλυκό

  1. έντονη χαρά, αγαλλίαση