Δείτε επίσης: Líma, lima

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Lima < (άμεσο δάνειο) ισπανική Lima < κέτσουα Rimak

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈliːmə/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Li‐ma

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Lima (en)

  1. (πρωτεύουσα) η Λίμα
  2. (πόλη) πόλη στο Οχάιο
  3. το γράμμα L στο φωνητικό αλφάβητο του NATO



  Ετυμολογία

επεξεργασία
Lima < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Lima αρσενικό ή θηλυκό

  • Caka, Ali & Caka, Nebi. (2010). Mbiemrat e sotëm të shqiptarëve të Kosovës (Kosovar Albanian Surnames). AKTET - Journal of Institute Alb-Shkenca. 3. 565-569. [1]



  Ετυμολογία

επεξεργασία
Lima < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Lima αρσενικό ή θηλυκό

  • Louis Duchesne, Les noms de famille au Québec : aspects statistiques et distribution spatiale, Institut de la statistique du Québec, 2006, ανακτήθηκε στις 22/8/2023 [2]



  Ετυμολογία

επεξεργασία
Lima < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Lima θηλυκό

  • Den samlede liste over for- og efternavne i Region Nordjylland (Ο πλήρης κατάλογος των ονομάτων και των επωνύμων στην περιοχή Βόρεια Γιούτλαντ), nordjyske.dk, ανακτήθηκε στις 13/9/2023 [3]



  Ετυμολογία

επεξεργασία
Lima < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Lima αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden [4]



  Ετυμολογία

επεξεργασία
Lima < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Lima αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023 [5]



  Ετυμολογία

επεξεργασία
Lima < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Lima αρσενικό ή θηλυκό

  • Statistisk sentralbyrå / Statistics Norway, 12891: Last names used by 200 persons or more, by last name, contents and year, ανακτήθηκε 6/9/2023 [6]