Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀξύνω < ὀξύς + -ύνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὀξύνω

  1. κάνω κάτι κοφτερό
  2. ακονίζω, τροχίζω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία