Δείτε επίσης: άμα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἅμα < ΙΕΕ ρίζα sṃ- (βλέπε και εἷς, ἀ- αθροιστικό, ἁμός)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ἅμα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία